|
Written by ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
|
|
Thursday, 06 April 2006 |
|
ΜΠΗΚΑ για ρεπορτάζ στη «Μέλισσα», το μικρό, γραφικό και δημοφιλές ζαχαροπλαστείο στην παλιά πόλη, πάνω στην Αισχύλου. Τόνενες καρέκλες, ξύλινα ερμάρια, φίζες με κουφέτες στα ράφια. Μύριζε ζάχαρη, μέλι, σιμιγδάλι κι ένα σωρό άλλα υλικά άγνωστα σε μένα που ανακάτευε στην κουζίνα του ο Κυριάκος. Παρά το ότι τον διευθύνει ένας άντρας, μου φάνηκε ένας χώρος μυστηριώδης και μαγικός, σαν τις γυναίκες. Όπως μου συμβαίνει με τις γυναίκες, τα ζαχαροπλαστεία μου αρέσουν αλλά δεν έχω ιδέα τι γίνεται μέσα τους. Η Μαρία, η μητέρα του, με κέρασε μικρές ζεστές ελιόπιτες. Μου μίλησε για τον άντρα της το Χριστάκη που σκοτώθηκε στα 56 του πριν από τέσσερα χρόνια μπροστά στα μάτια της. Ένα όχημα αναποδογυρίστηκε μπροστά τους στον αυτοκινητόδρομο. Κατέβηκε ο Χριστάκης να βοηθήσει τους τραυματίες και τον κτύπησε θανάσιμα άλλο διερχόμενο αυτοκίνητο. Ήρθε στο μαγαζί η παιδίατρος Βάσω Παπαβασιλείου - γελαστή, ευρηματική, έξω καρδιά, μυαλό ξυράφι. Μου είπε ότι δεν υπάρχει θέμα να μη συναντηθούν οι άνθρωποι που έχουν κοινά ενδιαφέροντα. Ότι είναι όπως το λάδι που βάζεις στον μουσαμά του τραπεζομάντιλου. Δηλαδή όπως τα ρυάκια του λαδιού κυλούν και σμίγουν, έτσι σμίγουν κάποια ώρα και οι άνθρωποι που μοιάζουν. Μου μίλησε για την παλιά γειτονιά, για τη στοά του Γλυκύ που ήταν προύχοντας τον περασμένο αιώνα, για την αρχόντισσα τη Γαλάτεια και για άλλους πεθαμένους με τέτοιο τρόπο λες και θα μπούκαραν από στιγμή σε στιγμή στη «Μέλισσα» να παραγγείλουν καμιά σοκολατίνα απ' αυτές που τρως και δεν ξεχνάς ποτέ. Σκέφτηκα το Χριστάκη που όταν κατέβηκε στον αυτοκινητόδρομο να βοηθήσει, είχε μπροστά του πολλά καλά χρόνια να ζήσει και πολλές αξέχαστες σοκολατίνες να σερβίρει. Ευχήθηκα κρυφά εκεί που πήγε, να έσμιξε με κάποιον που του μοιάζει, κάποιον που να έκανε για τους άλλους πάντα κάτι αξέχαστο και γλυκό - τόσο ενώ ζούσε όσο κι ενώ πέθαινε.
|