|
Αλλά επιμένουν στο δικό τους στυλ Ζαχαροπλαστεία και νυχτερινά στέκια της Παλιάς Λευκωσίας μεταφέρουν τη διαχρονική αύρα μιας κλασικής ομορφιάς. ΕΚΕΙ ΠΟΥ... Οι άνθρωποι παραμένουν ακόμα άνθρωποι
Eνώ όλα γύρω τους αλλάζουν, αυτοί επιμένουν στο στυλ που τους καθιέρωσε μέσα στην πόλη. Διατηρούν την ξεχωριστή λάμψη τους χωρίς να κάνουν εκπτώσεις στην ποιότητα των υπηρεσιών τους ή να μαϊμουδίσουν με ψεύτικα στοιχεία ενός κούφιου εκμοντερνισμού. Ζαχαροπλαστεία, καφετερίες, δισκάδικα, νυχτερινά μουσικά στέκια κυρίως στην Παλιά Λευκωσία μεταφέρουν στις μέρες μας τη διαχρονική αύρα μιας κλασικής ομορφιάς κι εξακολουθούν να μιλούν στο συναίσθημα, στο γούστο, στη γεύση και να ικανοποιούν σύγχρονες ανάγκες. Είκοσι χρόνων έχει γίνει το «Μπαστιόνε», η «Έπαλξη» -όπως δηλώνει το όνομά του στα ιταλικά- των ενετικών τειχών δίπλα στην Πύλη Αμμοχώστου, αλλά δεν έχασε κανένα από τα χαρακτηριστικά που στις δεκαετίες 1980 και 1990 το ανέδειξαν αγαπημένο τόπο συνάντησης καλλιτεχνών και διανοουμένων. Καλλιτέχνες εξάλλου το άνοιξαν, ο σκηνογράφος Στέφανος Αθηαινίτης και ο ηθοποιός Πάμπος Ξουφαρίδης μαζί με το Στέλιο Καραμαλλάκη, με τη ρομαντική φιλοδοξία να το κάνουν στέκι για ανθρώπους της τέχνης, της δημοσιογραφίας, των γραμμάτων και της πολιτικής αλλά και για όλους εκείνους που τους αρέσει ο διάλογος και η συντροφικότητα σ' ένα ήσυχο και αρτίστικο περιβάλλον. «Καθίσαμε και σχεδιάσαμε το χώρο με όλες τις λεπτομέρειες και ξεκινήσαμε δειλά ενώ οι φίλοι μας περίπαιζαν γιατί η περιοχή ήταν έρημη τότε, το 1986», θυμάται ο Στέφανος Αθηαινίτης. Οι φίλοι, όμως, διαψεύστηκαν γιατί το «Μπαστιόνε» επικράτησε. «Το κρατήσαμε για είκοσι χρόνια στο στυλ που ήθελα εγώ. Ήταν κάτι που έλειπε από τη Λευκωσία - ένα πιάνο μπαρ με ελαφριά φαγητά και γλυκά για το βράδυ. Αργότερα προέκυψαν άλλες μόδες, τα ορθάδικα κτλ, αλλά πήγαμε πάρα πολύ καλά αφού ήταν από τους πιο in χώρους για πολλά χρόνια». Στο πιάνο προστέθηκε κάποια στιγμή και βιολί, το μαγαζί φιλοξενεί κατά καιρούς ποιοτικούς τραγουδιστές και τραγουδίστριες και παρά το ότι η περιοχή αναβαθμίστηκε και άνοιξαν καινούργια μπαράκια και νυχτερινά μαγαζιά, το «Μπαστιόνε» κράτησε τους πελάτες του. Οι άνθρωποι που αγαπούν την ιδιαιτερότητα του χώρου με την υποβλητική διακόσμηση, τους πίνακες στους τοίχους, τα όμορφα χρώματα, τα εδέσματα που μόνο εδώ βρίσκουν όπως τη θρυλική κοτόπιτα και την καρυδόκρεμα του «Μπαστιόνε», έρχονται ακόμα. «Άνκαι ο χώρος μεταλλάσσεται από άποψη πελατείας, επανέρχονται οι παλιοί πελάτες για να μας δουν και γιατί τους αρέσει εδώ. Είναι μοναδικός χώρος και έξω και μέσα. Σε όλην την πορεία εκείνο που χαίρεσαι είναι ότι έκανες κάτι και πήγε πολύ καλά». Η γλύκα της «Μέλισσας» Από το 1948: To ίδιο λένε και οι ιδιοκτήτες της «Μέλισσας» στην οδό Αισχύλου, ότι χαίρονται που κάθε μέρα δημιουργούν κάτι που πάει πολύ καλά - είναι το μικρό αλλά πολύ γνωστό στην περιοχή ζαχαροπλαστείο που σύμφωνα με την τακτική του πελάτισσα παιδίατρο Βάσω Παπαβασιλείου, «αντιπροσωπεύει έναν κόσμο ήρεμο ακόμη, σ' έναν τόπο που έχασε την ηρεμία του». Ένας χώρος που μοσχομυρίζει από μακριά, η «Μέλισσα» είναι μια ζεστή γωνιά υπέροχων γεύσεων με παλιά ερμάρια στους τοίχους, τόνενες καρέκλες γύρω απ' τα τραπέζια και «φίζες» γεμάτες με κουφέτες στα ράφια. Τους τοίχους κοσμούν φωτογραφίες νεόνυμφων που η «Μέλισσα» τούς έφτιαξε τις τούρτες του γάμου τους και ξεθωριασμένα πόστερς. «Εκτός από τούρτες, κάνουμε όλων των ειδών αλμυρά και γλυκά, λουκούμια για γάμους, μπισκότα, ελιόπιτες, κολοκοτές, τυρόπιτες που τις παίρνουν ζεστές κάθε πρωί οι κάτοικοι και οι υπάλληλοι που εργάζονται στη γειτονιά», λέει η ιδιοκτήτρια Μαρία Χριστοδούλου, που λειτουργεί το ζαχαροπλαστείο μαζί με τα παιδιά της και κυρίως το γιο της Κυριάκο μετά το θάνατο του συζύγου της πριν από τέσσερα χρόνια σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η «Μέλισσα», που ιδρύθηκε το 1948, χρησιμοποιεί ακόμα παλιές συνταγές του προηγούμενου ιδιοκτήτη Νικόλα Δημητριάδη, πασίγνωστου στους πιο ηλικιωμένους Λευκωσιάτες και ήταν αγαπημένο στέκι των μαθητών του Παγκυπρίου Γυμνασίου και των σχολείων Φανερωμένης. «Στη γειτονιά έμεναν πολλοί άρχοντες και οι πνευματικοί άνθρωποι μέχρι και τα μέσα του εικοστού αιώνα», μας πληροφορεί η Βάσω Παπαβασιλείου. «Λατρεύω την περιοχή αυτή, γιατί οι άνθρωποι είναι ακόμα άνθρωποι και μπορείς να τους εμπιστευτείς. Οι ιδιοκτήτες είναι πιστοί στις παραδόσεις, σεμνοί αλλά εύποροι και το οικονομικό τους υπόβαθρο τούς δίνει μια σιγουριά έτσι που δεν μπορεί κανείς να τους δει αφ' υψηλού. Αυτό τους κάνει πραγματικούς Κυπρίους όπως πρέπει να είναι ο Κύπριος. Δηλαδή να μην πιθηκίζει, και να στοχεύει κάπου». |