|
Ισλάμ και Εθνικισμός στην Ευρώπη σήμερα
Δρ Δημήτρης Δημητρίου Παπαβασιλείου
Ειδικός Ανατολικών, Βαλκανικών και Σλαβικών θεμάτων
Υπ. Διδάκτορας Παιδιατρικής Παν/μιου Αθηνών
Μπορεί το γεγονός της αναφοράς στον εθνικισμό και το Ισλάμ να ξαφνιάζει μια που
το Ισλάμ θεωρείται πολυσυλλεκτικό ως προς κουλτούρες και φυλές αλλά και για το
γεγονός ότι πολλοί πληθυσμοί είναι αν και διαφορετικής θρησκείας, κοινής
προελεύσεως όπως οι Σλάβοι της Βοσνίας.
Παρατηρείται ότι οι συνεχιζόμενες διακρίσεις και έλλειψη ευαισθησίας προς τα
προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτές οι κοινότητες οδήγησε τους μουσουλμάνους
αυτούς στο να ταυτίζονται πολλές φορές με τα αίτια ή γεγονότα στη Μέση Ανατολή
όπως επί παραδείγματι στην Ιρανική Επανάσταση και ότι η αντίδραση των τοπικών
κοινωνιών οδήγησε στην περιθωριοποίηση και την ριζοσπαστικοποίηση των
μουσουλμανικών κινημάτων. Όμως δεν πρέπει να παραγνωρίζονται και οι εσωτερικές
διαδικασίες που θέτει στη θεώρηση των πραγμάτων το ίδιο το Ισλάμ αλλά και οι
πολιτικές των μουσουλμανικών κρατών που επηρεάζουν τις κοινότητες κατά τόπους.
Πάντως διαφαίνεται ότι οι ανατολικές ούτω καλούμενες χώρες ακολουθούν μια
εκκοσμικευτική, λαϊκή τακτική τύπου Γαλλίας σε σχέση με τους δυτικούς που
εφαρμόζουν(;) τα ατομικά δικαιώματα και τον πολυπολιτισμό οι οποίοι και
περίμεναν να ενσωματώσουν τους μετανάστες όπως στην περίπτωση της Σουηδίας
πράγμα που δεν έγινε ποτέ στο βαθμό που περίμεναν αλλά συνέχισαν να διατηρούν
τις ξεχωριστές τους ταυτότητες με έμφαση στο μουσουλμανικό στοιχείο παρά στο
εθνικό. Θεωρείται επίσης ότι το Ισλαμικό θέμα έγινε «πρόβλημα» μόνο μετά την
πτώση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη μια υπήρχε γενικότερη καταπίεση των
εθνικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων ως τότε. . Στις χώρες του πρώην Ανατολικού
μπλοκ , ακόμα κι όταν η άσκηση της θρησκείας περιοριζόταν στην ξεχωριστή ταφή, η
παρουσία του Ισλάμ παρέμεινε σημαντικά αισθητή, σε κάποιες περιπτώσεις δε,
δημιουργώντας νέους εθνικούς σχηματισμούς, όπως στην περίπτωση των Μουσουλμάνων
της Βοσνίας ενώ η συναίσθηση των Τατάρων της μουσουλμανικής τους ταυτότητας και
της πολιτισμικής τους ιδιομορφίας, βοήθησε ιδιαίτερα στην ανεξαρτησία και
προάσπιση του κράτους της Πολωνίας
Ανατολική Ευρώπη
Στην ΠΓΔΜ είναι εμφανής η σύγκρουση γύρω από τα δικαιώματα των μειονοτήτων όπως
και της δυναμικής της, σε περίπτωση που η Ορθόδοξη εκκλησία των Σκοπίων
δοκιμάσει να επιβληθεί στην μορφοποίηση του κράτους σε σχέση με το Ισλάμ που
είναι η δεύτερη μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα και τον μύθο της «Μουσουλμανικής
συνομωσίας» και της κινδυνεύουσας Ορθοδοξίας ως «θύμα», γεγονός που υποβοηθήκε
από την γενικότερη πολιτική αστάθεια που επικράτησε ειδικά ανάμεσα στα λιγότερο
μορφωμένα κοινωνικά στρώματα. Η θρησκεία εισήχθη ως νέος παράγοντας μεταξύ των
σχέσεων των πολιτών και πολιτικά οι μουσουλμάνοι αποδείχθηκαν ομοιογενείς στην
απόφαση υποστήριξης του κύριου Αλβανικού κόμματος σε ποσοστό 91%.
Οι μουσουλμάνοι της Βοσνίας έχουν συνδεθεί ιστορικά με την κατάκτηση από τους
Οθωμανούς από τον 15ο αιώνα και την αίρεση των Βογομίλων, σε μια ανέκαθεν
ταραγμένη περιοχή. Ο εξισλαμισμός – ηθελημένος στο μεγαλύτερο ποσοστό του –
οδήγησε στη δημιουργία μιας ελίτ που ανήλθε σύντομα σε οθωμανικά αξιώματα ακόμα
και μέσω μιας κληρονομικής στρατιωτικής αριστοκρατίας όπως των
capudans-καπετάνιων. Μετά το Τανζιμάτ και την ενσωμάτωση στην Αυστρία το 1878,
δηλαδή χριστιανική κυριαρχία, οι μουσουλμάνοι έχασαν σε κάποιο βαθμό θέσεις και
προνόμια αλλά απέδειξαν επίσης ότι ουδέποτε ταυτοποιήθηκαν με τους Τούρκους κατά
την ενσωμάτωση μετέπειτα στο Γιουγκοσλαβικό κράτος όπου όμως αντιμετωπίστηκαν ως
προδότες προς το ιστορικό χριστιανικό παρελθόν της. Αν και αναγνωρίστηκαν
σταδιακά ως ξεχωριστή εθνικότητα, μετά το θάνατο του Τίτο αντιμετωπίστηκαν με
ακόμα μεγαλύτερο σκεπτικισμό κι αμηχανία οδηγώντας αναπόφευκτα σε συγκρούσεις.
Οι μουσουλμάνοι της Βουλγαρίας αποτελούνται από Τουρκοβούλγαρους-
μάλλον από Τούρκους που μετανάστευσαν μεταξύ 14ου και 16ου αιώνα - μουσουλμάνους
Αθίγγανους που γενικότερα αντιμετωπίζονται ανεξάρτητα θρησκείας ως περιθωριακοί
και Πομάκους – εξισλαμισθέντες μουσουλμάνους Βούλγαρους που ζουν βασικά
απομονωμένα σ αγροτικές περιοχές. Αν και η θρησκεία δεν έπαιζε τόσο σημαντικό
ρόλο, μετά τα προγράμματα αφομοίωσης αυξήθηκε η αλληλεγγύη μεταξύ των
μουσουλμάνων και έχει επέλθει ανανέωση της πίστης σε ένα γενικότερο περιβάλλον
πόλωσης για τις μειονότητες στην Βουλγαρία, δημιουργώντας δυναμική πιθανής
αντιπαράθεσης αποχτώντας κάποιο στοιχείο αναγνώρισης εθνικής ταυτότητας εντέλει.
Αν και η Αλβανία θεωρείτο ως αθεϊστικό κράτος, μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού
μπορεί να θεωρηθεί ως μουσουλμάνοι - 70% και τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται
κρατικές προσεγγίσεις σε ισλαμικά-αραβικά κράτη και τον OIC προσβλέποντας στην
Ισλαμική Τράπεζα Αναπτύξεως ενώ αναζήτησε προστασία και υποστήριξη από την
Τουρκία επίσης.
Η Μουσουλμανική Μειονότητα στην Ελλάδα απέμεινε μετά την ανταλλαγή πληθυσμών,
στη Δυτική Θράκη, αντίστοιχα με την παραμονή των Ελλήνων στην Ίμβρο και την
Τένεδο κάτω από ειδικό νομικό όμως καθεστώς. Η μουσουλμανική κοινότητα χωρίζεται
σε Τούρκους, Πομάκους και Αθίγγανους που η πολιτεία χωρίζει σε Τουρκόφωνους
μουσουλμάνους, Πομάκους και Αθίγγανους. Η Τουρκία θεωρεί πως η μειονότητα είναι
βασικά Τουρκική. Η μετανάστευση στην Τουρκία και ειδικότερα ως το 1950 κυρίως,
κράτησε τον αριθμό της μειονότητας σταθερό παρόλο το υψηλό ποσοστό γεννήσεων.
Πιστεύεται από πολλούς αναλυτές ότι η Τουρκία προσπαθεί να χρησιμοποιήσει ως
διπλωματικό όπλο την μειονότητα εναντίον της Ελλάδας ακόμα κι ως άλλοθι για
«επέμβαση»… Υπάρχει όμως η αίσθηση της διάκρισης ανάμεσα στην μουσουλμανική
κοινότητα πράγμα αναμενόμενο αφού είναι νωπές ακόμα οι μνήμες των εθνο-θρησκευτικών
αγώνων και η ευαισθησία για την σύνδεση εθνικών με θρησκευτικά δεδομένα είναι
ακόμα μεγάλη.
Δυτική Ευρώπη
Στη Βρετανία αν και υπήρχε παρουσία μουσουλμάνων για πάνω από αιώνα ήταν κυρίως
μετά τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο που μετανάστευσαν σημαντικές κοινότητες στο Η.Β. Η
ανάγκη για φτηνά εργατικά χέρια ικανοποιήθηκε εν μέρει από τις πρώην αποικίες
και κυρίως την ΝΑ Ασία έφερε μεγάλο αριθμό μουσουλμάνων ο οποίος αυξήθηκε ακόμα
περισσότερο μετά το 1970 με την άφιξη προσφύγων από την Νότιο Ασία – Ανατολική
Αφρική. Ο κυριότερος όγκος των μουσουλμάνων πάντως προέρχεται από το Πακιστάν,
την Μπαγκλαντές και την Ινδία, οι οποίοι έχουν και την μεγαλύτερη επίδραση στην
κοινωνικοπολιτική σφαίρα που έγινε εμφανείς σε περιπτώσεις όπως η υπόθεση Ράσντι,
Χάνιφορντ και «χαλάλ» - διάθεσης ισλαμικά επιτρεπόμενου φαγητού στα σχολεία .
Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα την προώθηση μια ιδέας ότι η μουσουλμανική
κοινότητα είναι ομοιογενώς αντι-μοντέρνα κι επικίνδυνη ενδεχομένως με τα «πάθη»
της , προκαλώντας έτσι εθνικιστικές συζητήσεις για τη Βρετανικότητά της αλλά και
για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έτσι και κατά τον Πόλεμο του Κόλπου αμφισβητήθηκε η
πίστη και φερεγγυότητα των Βρετανών μουσουλμάνων και πιθανόν να υπήρξαν
διακρίσεις εις βάρος τους σε κάποιες περιπτώσεις. Υπάρχει έκκληση μεταξύ άλλων
για αλλαγές στα σχολεία όπως χρόνο προσευχής τις Παρασκευές, αναγνώριση των
Ισλαμικών θρησκευτικών γιορτών και αξιών κλπ. Αντί θεσμών αυξημένης απομόνωσης
στα πλαίσια πολυπολυτισμικών ιδεωδών, προτείνεται ένα σχέδιο τοπικών θεσμών
δραστικών κι αντιπροσωπευτικών γύρω από συμβολικά δυναμικά άτομα, προσφέροντας
έτσι μεγαλύτερη ελευθερία στους μουσουλμάνους, ισότητα και συμμετοχή.
Το Ισλάμ στο Βέλγιο και την Ολλανδία αποτελείται κυρίως από Τούρκους και
Μαροκινούς με το μεταναστευτικό κύμα να έχει αρχίσει το 1960 περίπου. Και στις
δύο χώρες το κράτος είναι ουδέτερο προς τη θρησκεία σε αντίθεση με την
εκκοσμίκευση της Γαλλίας ή την «κρατική» επίσημη θρησκεία των Σκανδιναβικών
χωρών. Μέσω κομμάτων οι θρησκευτικές και παραθρησκευτικές οργανώσεις παίζουν
ρόλο στην κοινωνική όψη του κράτους δηλ σχολεία, νοσοκομεία κλπ στα πλαίσια όμως
αναγνωρισμένων μόνο ομολογιακών πυλώνων. Το ερώτημα άρα είναι αν και πότε το
Ισλάμ θα αναγνωριστεί σαν ένας τέτοιος πυλώνας. Μόνο ένα τρίτο περίπου του
ανήλικου άρρενος πληθυσμού παρευρίσκεται σε τζαμιά με ένα μεγάλο ποσοστό
αγνωστικιστών επίσης. Το Ισλάμ είναι παρών και μέλος της κοινωνίας και
αναμένεται να παίξει ρόλο στην πολιτική σκηνή στο μέλλον καθώς ήδη άλλαξε την
πολιτιστική σκηνή σήμερα. Συνδέεται με την εξέλιξη της Ιεραρχίας του άμεσα ,
καθώς ως τώρα αποτελείτο από άντρες της πρώτης γενεάς ή θρησκευτικούς ηγέτες και
καθηγητές από μουσουλμανικές χώρες και γενικότερα μη-εκπαιδευμένους στην
αντιμετώπιση θεμάτων της δυτικής πραγματικότητας. Επίσης τίθεται θέμα κατά πόσο
και σε ποιο βαθμό θα θελήσουν η Τουρκία και το Μαρόκο να διατηρήσουν την επιρροή
τους πάνω σ αυτές τις ομάδες κι πώς θα γίνει η μετάβαση σε τοπικό ας πούμε
έλεγχο.
Οι μουσουλμανικές κοινότητες στη Γαλλία έχουν υποστεί αρκετούς περιορισμούς και
μακροχρόνια εχθρότητα . Υπήρξε γενικότερα φόβος ότι οποιαδήποτε μορφή
πολυπολυτισμού θα μπορούσε να «λιβανοποιήσει» την Γαλλία.
Το Ισλάμ στη Γαλλία προέρχεται κυρίως από αποικιοκρατική μετανάστευση και τις
σχέσεις που διαποτίζουν το μετα-αποικιοκρατική εποχή… Κοντεύει να ταυτιστεί η
έννοια του Βορειο-Αφρικανού με τον Μουσουλμάνο ενώ η ταυτότητα γίνεται πιο
διακριτή ενός μουσουλμάνου σε περιόδους διεθνούς αναταραχής όπως στον Πόλεμο του
Κόλπου. Πάντως είναι σπάνιο να αποφασίσει ένας νεαρός μετανάστης δεύτερης γενιάς
να ασκεί το Ισλάμ ενώ γίνονται προσπάθειες από μουσουλμανικούς συλλόγους των
οποίων η κοινωνικο-πολιτιστική συμβολή ειδικά στα περίχωρα είναι σημαντική, να
ανανεωθεί το Ισλάμ στη Γαλλία . Η υπόθεση της Μαντίλας το 1989 απεκάλυψε τη θέση
του Ισλάμ στη Γαλλία. Η πρόθεση είναι όλοι οι μαθητές να προσέρχονται στο
σχολείο χωρίς όποια θρησκευτικά σύμβολα στα πλαίσια της laicite και της
εκκοσμίκευσης η οποία θα μπορούσαμε να πούμε αντικατέστησε τη επίσημη κρατική
θρησκεία και θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης διαχωρισμός ιδιωτικής και δημόσιας
σφαίρας. Το Ισλάμ θεωρείται στη Γαλλία ως κατά κύριο φονταμενταλιστικό και
εκκεντρικό άρα και περιθωριακό. Ακολουθείται η σκέψη του Γκέλνερ, σύμφωνα με τον
οποίο «οι άνθρωποι και τα πνεύματα θεωρούνται ίσα αλλά όχι όλοι οι πολιτισμοί
και τα εννοιολογικά συστήματα.» .
Οι μουσουλμάνοι στη Γερμανία είναι κατά κύριο λόγο Τουρκικό φαινόμενο. Κάπου 1.9
εκατομμύρια άτομα ή κάπου ¾ των Μουσουλμάνων της Γερμανίας. Η «Γερμανικότητα»
βασικά θεωρείται ως προερχόμενη από την εθνικότητα και όχι από το μέρος γέννησης
περιορίζοντας σημαντικά με διάφορους νόμους την ενσωμάτωση και την παροχή
υπηκοότητας έτσι. Πάντως πολλοί από την τουρκική νεολαία νιώθουν ότι δεν ανήκουν
πουθενά, ούτε στη Γερμανία ούτε και στην Τουρκία. Δεν υπάρχει ενσωμάτωση της
δεύτερης γενιάς στην τοπική κοινωνία αλλά και αδυναμία διατήρησης διπλής
υπηκοότητας. Με την άνοδο της ανεργίας και της ανασφάλειας, η θρησκεία απέχτησε
καινούργιο ρόλο κι ως αντίδραση στα κοινωνικά προβλήματα. Η ξενοφοβία και οι
κατά καιρούς επιθέσεις οδηγούν όμως ακριβώς στον ενστερνισμό του Ισλάμ και τη
δημιουργία πολλών οργανισμών – ομπρέλας για την υποδοχή των μουσουλμάνων ενώ
ταυτόχρονα αυξάνεται το γενικότερο κλίμα – αίσθηση αλληλεγγύης προς τα διεθνή
θύματα κατά μουσουλμάνων. Το κράτος προσπάθησε πάντως να μειώσει την επιρροή πχ
της Τουρκίας με το να παρέχει θρησκευτική εκπαίδευση ρυθμιζόμενη από κάθε
κρατίδιο και με το να είναι κρατικοί υπάλληλοι οι καθηγητές παρά Τούρκοι
απεσταλμένοι. Όμως οι διάφορες οργανώσεις που παλιότερα χρηματοδοτούνταν από το
εξωτερικό τώρα χρηματοδοτούν εκείνες κινήματα στην Τουρκία, μαζί με ένα
αυξανόμενο ενδιαφέρον πλέον τοπικά για το Ισλάμ. Ο Ισλαμισμός πάντως είναι μια
μορφή πολιτικού εξτρεμισμού που θα πρέπει να παρακολουθείται στενά και στη
Τουρκία αν και οι εξτρεμιστές αποτελούν μόνο το 1% των μουσουλμάνων στη
Γερμανία.
Οι μουσουλμανικές κοινότητες στη Σουηδία προέρχονται επίσης από μετανάστες
μουσουλμανικών χωρών μετά το 1980 περίπου και σε πολλές περιπτώσεις παρατηρήθηκε
ότι περιχαρακώθηκαν παρά να επιδιώξουν την ενσωμάτωση στην σουηδική κοινωνία
προς μεγάλη έκπληξη των Σουηδών που έχουν γενικά πολύ μικρή πείρα σε
πολυπολιτισμικές κοινωνίες και που ακόμα επηρεάζονται από την ιδέα της
θρησκευτικής ομοιογένειας και τον Προτεσταντισμό. Κατ’ αυτούς η ισότητα δεν
αναγνωρίζει διαφορές αν και σαν κράτος έχει αναγγείλει τον πολυπολιτισμό ως
ιδεώδες και στόχο δίνοντας τις ευκαιρίες στις μειονότητες να διατηρήσουν τον
χαρακτήρα τους αλλά και να έχουν ίσες ευκαιρίες στη Σουηδική ζωή. Υπέθεταν
γενικά ότι «οπισθοδρομικές χώρες» θα υιοθετούσαν τον σουηδικό τρόπο ζωής με τις
διάφορες εθνικές διαφορές να απορροφούνται ή να εξομαλύνονται με την πάροδο του
χρόνου και τους οικονομικούς παράγοντες να είναι πιο σημαντικοί σε πολιτικό
επίπεδο κινητοποίησής τους… Οι μειονότητες όμως δεν ήθελαν την ατομική
αναγνώριση που τους προσφερόταν αλλά ακριβώς την ομαδική πχ ως Μουσουλμάνους. Τα
ανωτέρω έφεραν αντίθετα αποτελέσματα με αποτέλεσμα να υπάρχει πλέον πόλωση
μεταξύ των καθ’ αυτό Σουηδών και των μεταναστών και τους μουσουλμάνους να
γίνονται συμβολικός στόχος ως παράδειγμα μη-αφομοίωσης.
Οι μουσουλμάνοι στη Δανία είναι ένα νέο φαινόμενο επίσης προερχόμενοι από
πολιτικούς πρόσφυγες ή εργάτες από την Γιουγκοσλαβία, Τουρκία , Μαρόκο ή
Πακιστάν κυρίως. Η εθνική καταγωγή είναι το κύριο αναγνωριστικό στοιχείο που
προβάλλεται παρά το μουσουλμανικό κι έχουν περίπου ίσα δικαιώματα με τους Δανούς
πολίτες με δωρεάν εκπαίδευση αλλά υποχρεωτική τη Δανέζικη γλώσσα. Το Ισλάμ και
οι Μουσουλμάνοι γίνονται αντικείμενο κριτικής και το θέμα της ΕΕ προκαλεί
αυξανόμενη εχθρότητα προς τους ξένους. Αν και το μουσουλμανικό στοιχείο μπορεί
να δαιμονοποιείται και δεν υπάρχουν εκτεταμένες τοπικές έρευνες , το 1993 πέρασε
νόμος που επιτρέπει την αντίδραση και τη δράση ενάντια στις διακρίσεις.
Η μουσουλμανική κοινότητα στην Ισπανία έχει να αντιμετωπίσει το ιστορικό
παρελθόν της χώρας όπου μετά τον διωγμό και των τελευταίων μουσουλμάνων από την
Ισπανία το 1609, η συνύπαρξη με τις διάφορες κοινότητες απεδείχθη πολύ δύσκολη ,
με κυρίαρχο σαφώς το καθολικό στοιχείο. Μετά το 1970 υπήρξε μεγάλη άφιξη
μεταναστών από την Μέση Ανατολή, μετέπειτα και από τη Βόρεια Αφρική που δεν
αναμειγνύονται με την ισπανική κοινωνία , αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους βάση
εθνικότητας κυρίως κι αντιστοιχούν στο συλλογικό ισπανικό υποσυνείδητο στον
Μαυριτανό και την Υποσαχάρια Αφρική. Επίσης αναβίωσε η συνύπαρξη με τη
δημιουργία αρκετών οργανώσεων κυρίως στην Ανδαλουσία αν και είναι συχνότατα
θύματα διακρίσεων και επιθέσεων και δεν προβλέπεται να υπάρχει μεγάλη αύξηση της
κοινότητας αυτής σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες.
Η μουσουλμανική κοινότητα στην Ιταλία μπορούμε να πούμε ότι «επιστρέφει» μετά
την αραβική παρουσία στη Σικελία ήδη από τον 7ο αιώνα αν και η σημασία του Ισλάμ
στις μέρες μας έχει μειωθεί σημαντικά, με εξαίρεση την περίοδο του Μουσολίνι που
προσπάθησε να αναδειχθεί ως προστάτης του Ισλάμ. Η παρουσία του Ισλάμ αν και
πολύ μικρή πράγμα παράδοξο για την Ευρώπη, αναδεικνύεται κυρίως μέσω φοιτητών
και κατά δεύτερο λόγο μέσω των οικονομικών εργατών αλλά αν και οργανώνεται
γρήγορα ακόμα πάσχει . Όμως το Ισλάμ είναι πλέον η δεύτερη θρησκεία στη χώρα κι
ενσωματώνεται στην ιταλική κοινωνία σε γενικές γραμμές.
|